Φασουλονταβάς: Το δικό μας αρνί

Με την πρώτη σταγόνα βροχής...

«Με την πρώτη σταγόνα βροχής, σκοτώθηκε το καλοκαίρι.»

Αυτό δήλωσε ο ποιητής κι αποθεώθηκε. Εγώ γελάω. Εδώ το καλοκαίρι δεν έζησε ποτέ. Γι’ αυτό και με την πρώτη αξιοπρεπή, φθινοπωρινή βροχή, τη Δευτέρα το μεσημέρι, μία ήταν η προτεραιότητά μου. Φα-σου-λο-ντα-βάς... Να ξεχύνονται τα βρομόνερα στα λούκια, να γεμίζει άρρωστη, πολυνησιακή λασπουριά η Μεγάλου Αλεξάνδρου κι εγώ να τρέχω μούσκεμα από τη βροχή και τον ιδρώτα να προλάβω να βάλω τα φασόλια να μουλιάσουν. Ταυτόχρονα, με βλάσφημα συνθήματα και καπνογόνα, ξόρκιζα την θερινή αφλογιστία κι εγκαινίασα μία νέα φασολική χρονιά. Φα-σου-λο-ντα-βάς. Φα-σου-λο-ντα-βάς…

Όποιος νομίζει πως ο φασουλονταβάς ταυτίζεται με τη φασολάδα, είναι επικίνδυνα ηλίθιος. Κι όμως συμβαίνει, θα το έχεις βιώσει κι εσύ, άγνωστε φασουλονταβιστή. Λες για παράδειγμα «είμαι καψούρης με τον φασουλονταβά» κι ο άλλος στραβομουτσουνιάζει και δηλώνει με κουλτουριάρικο στόμφο: «Α, εμένα δεν μου αρέσουν τα φασόλια.» Σαν να λέω τρελαίνομαι για παγωτό και να μου λες δεν πίνω γάλα. Ε, άντε γαμήσου. Ο φασουλονταβάς είναι η ιεροτελεστία. Είναι μια ανάμνηση που προσπαθεί εμμονικά να επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, όπως η μυρωδιά του σάπιου ροδάκινου και τα σκασμένα σκορδάκια στο προαύλιο του σχολείου, ανήμερα Τσικνοπέμπτης.

Εμείς καλώς ή κακώς θηλάσαμε τον φασουλονταβά. Στα παιδικά φορμάκια μου είχα πορτοκαλί λεκέδες από σουσαμέλαιο πάνω στις κεραίες της Μάγιας της μέλισσας και στην βλακώδη έκφραση του Σπορτ Μπίλι. Ήμουν απογευματινός στο σχολείο και κάποιες Παρασκευές, έχανα το πρώτο δίωρο, επειδή είχαμε αργήσει το πρωί να τον πάμε στον φούρνο του Φυτίκα και μετά έκαιγε. Αυτό το «έκαιγε» ήταν επαρκής δικαιολογία για την αργοπορία μου. Κι όταν αργότερα τριγύριζα στις φαβέλες της γειτονιάς μου, άρχισα να καταλαβαίνω τι είναι η Βέροια.

Βροχή, τα νυσταλέα φώτα του δήμου να κιτρινίζουν την ομίχλη, αγκαζέ με μυρωδιές φασουλονταβά και καμένου υγρού ξύλου. Καπνός να στροβιλίζεται στην ομίχλη και στη μύτη που τρέχει από το παλιόκρυο να προσπαθεί να εισβάλλει ακολουθώντας την αντίθετη φορά, άρωμα φασολιού και ρέγγας της εφημερίδας. Ναι, κάτι χειμωνιάτικα απογεύματα η αποστολική μας πόλη έμοιαζε με χωριό της βικτωριανής Αγγλίας. Μετά εκσυγχρονιστήκαμε, εμπιστευόμενοι τυφλά το σημιτικό μοντέλο ανάπτυξης. Φάγαμε από δω, φάγαμε από κει, γεμίσαμε τις αρτηρίες μας λαρδί και ξύγκι. Πήγαμε και σε καλά μαγαζιά μην μας πουν και χωριάτες και βρήκαμε μέσα χωριάτες να τρώνε κάτι κόκκινες σούπες και κάτι τετραγωνάκια πάνω σε τετραγωνάκια. Μας είπαν κύριους, ακριβώς όταν νιώθαμε μαλάκες.

Όταν όμως ανοίγει το καπάκι και σπρώχνω με την κόρα απ’ το ψωμί την εύθραυστη πέτσα του φασουλονταβά, αισθάνομαι Βεροιώτης, αισθάνομαι ήρωας. Λέω μέσα μου σε γάμησα Μωυσή με τις θάλασσές σου, κοίτα εγώ τι αυλάκια κιμπάρικα ανοίγω. Και είμαι κύριος ξανά, αφήνω το καλοκαίρι σ’ αυτούς που ξέρουν να το δουλεύουν ή αν θέλετε σε αυτούς που το χουν και το ξεζουμίζουν. Γιατί μην νομίζετε πως αν ο Ελύτης μεγάλωνε στον Αγιαντώνη, θα έγραφε για θάλασσες και για τη δολοφονία του καλοκαιριού. Θα είχε κάψει τα χέρια του να βάζει και να βγάζει τα φασόλια στο φούρνο και θα προσπαθούσε ψυχαναγκαστικά να αποτυπώσει τον ήχο της βροχής στο κεραμίδι με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Έτσι είναι αυτά. Είναι γεωγραφικό το θέμα. Καλοκαίρι εσύ; Χειμώνα εγώ. Νόμπελ εσύ; Κοιλιά εγώ.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
φωτογραφίες: κωνσταντία-μαζαράκη
επιμέλεια: τάσος-θώμογλου