Ο γύρος της Βέροιας σε 80 decibel

Ακριβό σπορ το μασλάτι, κύριε...

Καλοκαιρινό παρτάκι στη Θεσσαλονίκη, ας πούμε 10 χρόνια πίσω, μπορεί και λιγότερα. Ας πούμε πάλι ότι η ώρα ήταν 3, ας πούμε πως η Σοφία μου φαινόταν πιο όμορφη από ποτέ και πως όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που… μπαίνει το επόμενο τραγούδι: Βαλάντης.

Όχι ρε πούστη μου, όχι ρε Σοφάκι μου γλυκό, μην την τσιμπάς τη φωνή ώρα που είναι. Ακόμη το παλικάρι δεν έχει δοκιμάσει το καινούργιο του στρώμα, θα τη βγάλει στη Δωδεκανήσου με την Καρλότα και τη Συλβί.

Πού να καταλάβει το Σοφάκι μου, μια ζωή αμαρκέ πρώτο τραπέζι πίστα; Τα έστυψε τα καινούργια ηχεία, τα αναψοκώλιασε. Ο οικοδεσπότης ίδρωσε, ξε-ίδρωσε και περίμενε. Κι αυτό που περίμενε ήρθε ντυμένο στα θαλασσί τα καλοκαιρινά, με το μπλοκάκι του ανοιχτό και το πηλίκιό του από τη μασχάλη κάτω.

-Ξέρετε ρε τι ώρα είναι και βάζετε εδώ τον Πάριο στο τέρμα;
-Βαλάντης.
-(ακατάληπτο, μάλλον συστήθηκε κι ο ίδιος)
-Πάντως Βαλάντη, εδώ έχουμε καταγγελία και έπρεπε να έρθω, καταλαβαίνεις. Καλά εσείς κορίτσια δεν ξέρετε ότι είναι καλοκαίρι; Μέσα κλάνεις, έξω ακούγεται. Άντε- άντε, εγώ διατάραξη δε διαπιστώνω, το γράφω και φεύγω, αλλά εσείς ήρεμα με τον Πάριο και τα νησιώτικα ναούμε.

Κούρασα με την ιστορία, αλλά δεν ξέρω γιατί, από την πρώτη στιγμή που διαπίστωσα πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος της πόλης μας με την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές, στο μυαλό μου ήρθε απευθείας το πρόσωπο εκείνου του συμπαθέστατου αστυνομικού με τις ελλιπείς μουσικές γνώσεις και τη θανατηφόρα ατάκα του.
Όμως εδώ το θέμα αρχίζει και σοβαρεύει.

Η μονάδα Ντεσιμπέλ (db για να μην ιδρώνουμε) χρησιμοποιείται για να εκφραστεί η στάθμη έντασης ήχου. Η ηχητική ένταση ενός ψιθύρου κυμαίνεται περίπου στα 30 db, ο μέσος θόρυβος σπιτιού στα 50db (μέσου σπιτιού να φανταστείς, γιατί εδώ στο μαχαλά τα πιάνουμε τα 100 για πλάκα) και η κυκλοφοριακή κίνηση στα 80db. Από τα 120 και πάνω αρχίζουν και ξεφεύγουν τα πράγματα.

Τα νυχτερινά μαγαζιά της μικρής, αποστολικής μας πόλης (και των άλλων πόλεων, αλλά δε με νοιάζουν αυτές) οφείλουν να τηρούν το όριο των 80db. Κι όταν λέμε οφείλουν, κυριολεκτούμε διότι από τη στιγμή που έρχονται τα όργανα της τάξης και καταμετρήσουν με το ντεσιμπελόμετρο ένταση πάνω από 80db, έχουμε αυτόφωρα και τις λοιπές διαδικασίες που οδηγούν σε ένα μπουγιουρντί από 5.000 έως 10.000 ευρώ (χοντρικά στα λέω). Δείχνει το μηχανάκι 74; Είστε κύριος, καληνυχτίζουμε. Δείχνει 84; Σας παρακαλώ κύριε, ακολουθήστε με κι όσο περιμένετε στο κρατητήριο θα ‘χετε και χρόνο να κάνετε προσθέσεις, αφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς, να βρείτε πώς θα πληρώσετε το δεκάρικο που σας περιμένει στη γωνία.

Τώρα μπορεί να με ρωτήσεις γιατί στα λέω αυτά. Τι σε νοιάζει εσένα τον νοικοκύρη, τον σωστό, τον νομοταγή πολίτη. Εσύ λες πως έτσι έχει ο νόμος: αν κάποιος παρανομεί, να πλερώσει. Έτσι δεν είναι; Ε λοιπόν, όχι. Δεν είναι έτσι. Διότι εδώ δε μιλάμε μονάχα για τον αγώνα της επιβίωσης σ’ αυτές τις ζόρικες συνθήκες, αλλά και για μια μόνιμη πιθανότητα να καταλήξεις στο μπαλαούρο και ίσως να χρειαστεί να μείνεις εκεί, παρέα με κάθε καρυδιάς καρύδι, από το βράδυ της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Δευτέρας. Βλέπω ανθρώπους κοινωνικούς, ιδιοκτήτες καταστημάτων να έχουν χάσει το χρώμα τους από το φόβο. Από τον φόβο του ντεσιμπελόμετρου, από το φόβο του πρόστιμου που θα τους ρίξει στα σκοινιά.

Τώρα θα μου πεις: αυτά είναι τα ρίσκα της επιχειρηματικότητας, να γιατί δεν μπλέχτηκα μ’ αυτά, έλα μωρέ όλη η μούργα είναι μπλεγμένη στη νύχτα, κονομάνε χωρίς να δείχνουν σεβασμό στους γείτονες που θέλουν να κοιμηθούν, δουλειά είναι αυτή να κάθεσαι και να πίνεις γκαζόζες όλη νύχτα… Κοντά έπεσα; Κι όμως δεν ισχύει τίποτα απ’ όλα αυτά. Δουλειά είναι οτιδήποτε προσφέρει τίμιο μεροκάματο σε κάποιον, πόσο μάλλον αν αυτός ο κάποιος απασχολεί προσωπικό, νέους συνήθως ανθρώπους που θέλουν να πατήσουν στα πόδια τους. Ρίσκο της δουλειάς προφανώς και δεν είναι να ξυπνήσεις στο κρατητήριο αν γράψει το μαρκούτσι 81db. Αυτό είναι το ρίσκο που παίρνει ο ληστής, όχι ο επιχειρηματίας. Ρίσκο είναι να βάλεις λεφτά για να βγάλεις περισσότερα, γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο να μείνεις ταπί.

Σίγουρα, όταν υπάρχει καταγγελία από κάποιον, καλώς να γίνεται ο έλεγχος (αν ήταν κι επώνυμη αυτή η καταγγελία, ακόμη καλύτερα νομίζω) για να προστατεύεται ο πολίτης και να μη φτάσουμε σε επίπεδα ασυδοσίας ανάλογα του πρόσφατου παρελθόντος. Όταν όμως δεν ενοχλείται κανείς γιατί αγαπητέ μου να με τρομοκρατείς κι εμένα που κάθομαι ήσυχα κι ωραία να πιω το ποτό μου (οκ, παραπάνω από ένα); Και μη χέσω δηλαδή, στη Βέροια ζούμε. Ούτε στη Μύκονο, ούτε στην Ίμπιζα ούτε στα Μάλια. Λίγο μασλάτι θέλουμε, παρέα καλή και αυτό ήταν. Και θα πληρώσει κάποιος τρίτος το δικό μου το μασλάτι ένα δεκαχίλιαρο; Ή θα πρέπει να ψιθυρίζω για να μην πάρω και στο λαιμό μου κανέναν ιδιοκτήτη; Σας μιλάω ειλικρινά, στο σπίτι μου μετά τις 11.30 μιλάμε πιο δυνατά απ’ ότι μιλάω σ’ ένα καλοκαιρινό μαγαζί.

Όσοι επαγγελματίες του χώρου είναι αφερέγγυοι να τιμωρούνται. Σ’ αυτό θεωρώ ότι έχει ευθύνη και ο σύλλογος των ιδιοκτητών που δεν παίρνει από μόνος του μέτρα εναντίον όσων μελών του δε συμμορφώνονται με τις ανάγκες του κόσμου. Ένας καραγκιόζης να υπάρχει, θα μείνει η ρετσινιά σε όλους. Όσοι όμως παλεύουν να είναι σωστοί, δεν είναι λογικό να εξοντώνονται και να αντιμετωπίζονται ως κακοποιοί του κοινού ποινικού δικαίου, ούτε ως παράσιτα που τρέφονται από τις παρορμήσεις μας. Τα μπαρ υπάρχουν επειδή όλοι μας τα ζητάμε, ρούχλες και μη.

Και θέλουμε να είναι μπαρ, όχι γυμνάσια θηλέων.

κείμενο: αλέξανδρος-κόγκας
επιμέλεια: πωλίνα-ταϊγανίδου + ιάκωβος-καγκελίδης