Μια φορά κι έναν καιρό…

…ήτανε τρία αδέλφια!

του_γιώργου_κασαπίδη

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας Ιούνης

Μ΄επίθετο διακριτό. Δύο χιλιάδες δεκαεφτά τον λέγαν. Και δεν είναι το δύο χιλιάδες που σ΄ενοχλεί, μα το δεκαεπτά. Μάλλον γιατί αυτό το δεκαεφτά, είναι μέσα στο πρόσφατο παρελθόν σου, αφηγείσαι για παράδειγμα μιαν ιστορία πριν από δεκαεφτά χρόνια και τρομάζεις, ενώ το δύο χιλιάδες φαντάζει, ακούγεται και είναι, σα να περιλαμβάνει κι άλλους μέσα του. Πολλούς, και χάνεσαι κάπου, κάπως, μες στις χιλιετίες…

Ήρθε ο Ιούνης λοιπόν και σου ΄δωσε στην παλάμη ένα σχοινί για να πιαστείς και να σε στείλει ίσαμε την Κρήτη, με μια ελαφριά σπρωξιά στην πλάτη. Σου φωνάζει καθώς απογειώνεσαι ’’Καλοκαίριιι…!’’

Με τα πολλά με τα λίγα, σου ξημερώνονται Χανιά και Ρέθυμνα και Ηράκλεια. Ξεδιψάς σε τσικουδιές, σβήνεις τις πείνες σου σε ‘αντικρυστά’ και νοιώθεις το σώμα σου να πεντοζάλεται…

Η ψυχή όμως;

Ε, εκεί ακριβώς θα πρέπει να σκύψεις μπρος στον τάφο του Καζαντζάκη -αν θες να τα έχεις καλά πρώτα με τον εαυτό σου- κι έπειτα ν’ ανηφορίσεις στ’ Ανώγεια. Δε θα συναντήσεις μήτε τον Λουδοβίκο,ούτε τον Σκουλά, ούτε τον Ψαραντώνη…και πολύ περσσότερο το Νίκο Ξυλούρη (όλοι τους Ανωγειανοί). Όμως νομίζεις πως όλοι τους σε καλησπερίζουν. Το πατρικό των Ξυλουραίων σε καλωσορίζει. Έχεις την αύρα του συνταξιδιώτη πλέον μαζί σου και φεύγοντας, θα κουβαλάς θαρρείς αιώνια κάτι. Δεν ξέρω τι, όμως αυτό το κάτι, σε κρατά στις χούφτες του και σαν πατέρας σε φέρνει βόλτες στα Ψηλορείτικα σύννεφα μιας αισιοδοξίας, που εύχεσαι ν΄ αντέξει ως τις μεγάλες νύχτες έστω, της νέας χρονιάς. Αλλιώς δε ζιέται, που λέμε στη γενέτειρα, ο χειμώνας.

Έρχεται έπειτα ο Ιούλης κι έχει το ίδιο επίθετο. Αδέλφια είμαστε όλα, ψιθυρίζει καθώς με σκουντά κρυφά με τον αγκώνα του ο Αύγουστος…Μάαλιστα!

Ο Ιούλης λοιπόν σου δείχνει Βέρμιες οδούς κι εσύ τρέφεσαι ορεινές μυρωδιές, μνήμες παιδικές, οικογενειακές, της Μπάρας, του Σελίου, των Ταξιαρχών, του προφήτη Ηλία και τέλος βουτάς και στις βάθρες της Μεταμόρφωσης. Εκεί, στα μαγειρεία των ανταρτών. Στο ‘νέο’ προορισμό πολλών συμπατριωτών. Στρώνεσαι κάτω, απλώνεις τα συμπράγκαλα, τα τάπερ σου και ξαναγίνεσαι άνθρωπος. Άνθρωπος μωρέ!! Δίχως σήμα καμπάνα, χωρίς sms, μακριά από f/b, από e-mails και twitter, instagram και ότι σκατά άλλο φορτωθήκαμε τα τελευταία χρόνια. Σκατά στα μούτρα μας…και με το συμπάθιο!

Να και ο τρίτος αδελφός. Ο Αύγουστος ο μελαγχολικός, που σου δίνει μια τελευταία ευκαιρία και σε στέλνει, έστω για λίγο, στα μέρη των Κενταύρων. Που ζευγαρώνουν από τη γέννησή τους, θάλασσες με βουνά και σε φιλά αήρ θερμός, αήρ ψυχρός. Σε λούζουν ήλιοι και σε λεηλατούνε καταιγίδες. Πήλιο, με τα φρούτα, τα μέλια και τα κρίταμά σου, τους ατέλειωτους βυθούς σου, τα δελφίνια, τις αλεπούδες…τα δειλινά σου και τ΄ατέλειωτα και λιγωτικά λιι και νιι…των κατοίκων σου. Στην απέραντη θάλασσα να ραχατεύει ο νους.

Μα ποιος την πλάτη μου χτυπά;
Μωρ’ ήρθες κιόλας, Σεπτέμβρη μου…
Και τι κρατάς στα χέρια; Γράμμα;
‘’Δε φταίω εγώ
μα κάποτε κάποτε
και τα καλοκαίρια…αργοπεθαίνουν’’
γράφεις και λόγο δε σου απευθύνω άλλο, μουτρώνω!

Κι αν έζησαν αυτοί καλά
κι άλλοι καλύτερα, κανείς δε θα το μάθει
Κι ότι κι αν έχουμε, όσα καλοκαίρια κι αν μας τάξουν…
ότι κι αν ζούμε…
πάντα θα λείπει κάτι!