ποιοι_είμαστε | επικοινωνία | όροι_χρήσης | διαφημιστείτε
όσα όμορφα συμβαίνουν...
σε πέντε γράμματα!
Facebook Twitter Google+ Pinterest Youtube Vimeo
θέατρο

Όταν οι παραστάσεις είναι κεντημένες με ταλέντο

Στην παράσταση ‘Σταματία, το γένος Αργυροπούλου’

Τη Σταματία την ξεχώρισα από τα σεμεδάκια της, που είχε με τόσο καμάρι φορεμένα πάνω της στην αφίσα της παράστασης. Και πράγματι, με αυτά μας υποδέχτηκε. Τα είχε βάλει όλα σε τάξη, όπως πρέπει όταν υποδέχεσαι κόσμο στο σπίτι. Κάποια ήταν κολλαρισμένα και στρωμένα στο πάτωμα και κάποια άλλα τα είχε κρεμάσει μπροστά-μπροστά, σε μια μοναδική διάταξη σαν να είναι χειροποίητη κουρτίνα, που αλλού είχε κοφτή δαντέλα και αλλού κεντημένα λουλούδια ή χρυσά σχέδια. Άλλωστε, έτσι έκαναν τα κορίτσια εκείνης της εποχής. Έδειχναν περήφανα τα προικιά τους στον κόσμο. Και η Σταματία είναι μια μεγαλοκοπέλα μιας άλλης εποχής, μακρινής αλλά ταυτόχρονα και τόσο οικείας.

Η «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», του Κώστα Σωτηρίου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, δεν είναι απλά μια παράσταση. Είναι η μετουσίωση, η ζωντανή απεικόνιση πάνω στη σκηνή της γυναικείας μορφής που έρχεται από τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, αλλά και που συνεχίζει ακόμα να υπάρχει, ακμαία και δυνατή και να γαλουχεί γενιές. Η Σταματία αυτοπροσδιορίζεται με το γένος της γιατί δεν έχει άντρα να προσδιοριστεί. Και για τις γυναίκες που είναι γεννημένες κάπου στα 1930 αποτελεί επιτακτική ανάγκη να βρεθεί μια σταθερά, πάνω στην οποία θα στηρίζεται. Για να λέμε και την αλήθεια, ίσως αυτό να είναι και ένα από τα στοιχεία που την ενώνουν με το σήμερα, καθώς πολλές γυναίκες ψάχνουν ακόμα -και θα συνεχίζουν να ψάχνουν- τη σταθερά και τον αυτοπροσδιορισμό τους έξω από τον εαυτό τους.

Η Σταματία είναι μια γυναίκα παλαιάς κοπής, των ηθών και των εθίμων. Με πατέρα που ήταν διορισμένος σε υπουργείο και αρραβωνιαστικό -που δεν έγινε ποτέ άντρας της- αξιωματικό του ελληνικού στρατού, έχει μάθει να αποστρέφεται τα μοντέρνα, τα προχωρημένα και τα πρόστυχα. Κατακρίνει με μένος ό,τι είναι πέρα από την ηθική της, αλλά ακόμα και αυτό το κάνει με μια παιδική αθωότητα και αφέλεια, που μόνο αισθήματα συμπάθειας σου δημιουργεί. Η γλυκιά υστερία με την οποία αντιμετωπίζει τον κόσμο γύρω της, που συνεχώς αλλάζει προς το χειρότερο σύμφωνα με την άποψή της, μας θυμίζει τις γιαγιάδες μας που προσπαθούν να συλλάβουν και να προσαρμοστούν στα νέα ήθη, που από τη μια τα επικρίνουν και από την άλλη θέλουν να μπουν σε αυτά και να γίνουν κομμάτι του καινούριου. Βέβαια, αυτό που δεν διαπραγματεύεται με τίποτα είναι η γυναικεία «τιμή», την οποία κρατά καλά φυλαγμένη μέχρι τα βαθιά της γεράματα, μιας και αυτό θεωρεί πρέπον, σε αντίθεση με τις παρδαλές κοπέλες, που θα καούν σίγουρα στην κόλαση.

Φυσικά, η Σταματία δεν θα είχε αυτήν την τόσο μεγάλη επιτυχία αν δεν είχε την Ελένη Ουζουνίδου να την υποδύεται με τόση πειστικότητα, τόσο πάθος, τόσο μπρίο, τόσο κέφι και διάθεση. Από την πρώτη στιγμή που ανέβηκε στη σκηνή και σιγομουρμούριζε, όπως ακριβώς κάνουν οι κυριούλες πίσω από τις κεντημένες κουρτίνες τους, μέχρι την τελευταία που χάθηκε μέσα στο αχνό φως ήταν σα να ξεκίνησες κουβέντα με την γλυκιά, ανύπαντρη κυρία της διπλανής πόρτας. Το άχαρο περπάτημα, οι απότομες και περίεργες κινήσεις ενός σώματος που δεν ξέρει τι θα πει θηλυκότητα, η τσιριχτή φωνή της σύγχυσης αλλά και ο χαμηλόφωνος, κουβεντιαστός τόνος σε σημεία εκμυστήρευσης, η τρελή κίνηση των ματιών συνέθεσαν μια Σταματία απολύτως ρεαλιστική, ανθρώπινη και πάνω απ’ όλα συμπαθητική. Έφτιαξαν στην ουσία τη Σταματία της διπλανής πόρτας.

Η αποφυγή της αρνητικά φορτισμένης έντασης με μικρές παύσεις στο λόγο ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον σκηνοθετικό εύρημα, αφού έδινε το χρόνο στο θεατή να μπει στο συναίσθημα χωρίς όμως να τον καταβάλλει και ταυτόχρονα γινόταν η άμεση εναλλαγή με το χιούμορ και το γέλιο, που πραγματικά βγαίνει αβίαστα. Όσο για το σκηνικό, νομίζω ότι σεμεδάκι ως σύμβολο απεικόνισε με τον καλύτερο τρόπο τις παλαιότερες γενιές των Ελληνίδων και τις νοοτροπίες που κεντιούνταν όχι στα σεμεδάκια, αλλά στις ψυχές και στο μυαλό των ανθρώπων.

Η «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου» είναι μια παράσταση που «κεντάει» και πλέκει μαζί τη νοσταλγία, τη χαρά και τη συνειδητοποίηση ενός κοινωνικοπολιτικού γίγνεσθαι, που τελικά δεν απέχει πολύ από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

κείμενο | δήμητρα_λαμπροπούλου
φωτογραφίες | άννα_μάντζου
επιμέλεια | αλέξανδρος_κόγκας+ιάκωβος_καγκελίδης
all_the_photos